Από το χώμα στο φώς

Δημήτρης ΚούροςΟ Δημήτρης Κούρος γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1957. Ανακαλύπτει τον κόσμο της ζωγραφικής, τη μαγική και μεγάλη περιπέτεια του φωτός και των χρωμάτων από τα εφηβικά του χρόνια.

Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Τήνου και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και συνέχισε με υποτροφία τις σπουδές του στο Παρίσι.

Έχει εργαστεί πάνω στις ζωγραφικές ενότητες «Ορφικά», «Φιλοκτήτης», «Φύση και Ψυχή». Έχει διοργανώσει ατομικές και έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Φιλοτέχνησε τις προτομές των ευεργετών της Τρίπολης Γεωργίου Χαντζή και Δημητρίου Αθανασιάδη, του ήρωα του 1940-41 Σωκράτη Καλλίτση, επίσης του τέως Δημάρχου της Τρίπολης και Υπουργού Τάσου Σεχιώτη, καθώς και μία μεγάλη γλυπτική παράσταση σε μπρούτζο με θέμα τους Λαγκαδινούς μαστόρους για τα Λαγκάδια Αρκαδίας.

Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές και δημόσιους χώρους στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στις Η.Π.Α., στην Ιαπωνία και στον Καναδά.

Η ποιητική του συλλογή με τίτλο «Το Πέρασμα» εκδόθηκε σε συνεργασία με την Ομάδα Πολυέκφρασης «Έλευσις».

Μία συνεχής αναζήτηση – διερώτηση μέσα από την πέτρα, το χώμα, τα χρώματα και τις λέξεις…

«Χαράματα»

Χαράματα, θα γκρεμίσω τα κατοπινά δωμάτια,

είθε με τον ήλιο ν’ αγγίξω την μακρινή υπόσχεση των νερών,

με ένα φιλί, με ένα ψιλόβροχο άγγιγμα,

ήταν απάγκιο, ήταν δάκρυα και πευκοβελόνες.

Θυμάσαι τους λάκκους;

Τράβηξαν και όλα τα πέπλα με τα πεπραγμένα,

και πιο κάτω,

πάντα ένα κερί, ένα ψιλόβροχο άγγιγμα.

Συγχώρεσέ μου το πένθιμο θρόισμα του εναγκαλισμού,

το σκονισμένο χαμόγελο πάνω στην ανθισμένη φορεσιά.

Χαράματα, και είχα τη γη και τις ρίζες,

το παιδιακίσιο ασβέστωμα των πουλιών.

«Προχωράς»

Προχωράς.

Και γύρω σου,

στρόβιλος καμένης γης,

κι εσύ, στέγη κληματόπλεχτη, ενάντια στον εχθρό που παραλλάζει,

στέγη και στρωμνή που όλο ακινησία πάει.

Στρόβιλος καμένης γης,

αλλά, φτάνει του λυγμού ένα αγέρι για να βουβάνει τα ίχνη.

Προχωράς!

Πέρα ακόμη η δίψα σου.

Πάνω στα δάκρυα του παντός να επιπλέεις.

Την πολιτεία δεν έβλεπες,

το σπίτι κάηκε ή εβούλιαξε,

ξημέρωσες στην απύθμενη φλόγα ενός κεριού.

«Ψυχές που προχωρούνε»

Δεν θα άφηνα τα μάτια σου για να σε ταξιδέψουν,

κάλλιο να μας χτυπούν σαν άγρια κύματα απ’ ολούθε.

Ξένοι, και κάψανε τη γη,

γοργά τη γη να κατακτήσουν.

Στη στάχτη θε να χτίσουμε σπίτια και παιδιά

όρθιοι, κι οι χτιστάδες θαν’ μαζί,

ολόκορμοι, αγάλι αγάλι προς τα ύψη να ενωθούμε.

Κι όταν ξαναορμίσει πια ο καιρός

τα αισθητά μας μάτια, λύσσα των κυμάτων ροκανίζει,

και ’ρθουν με ξόρκια και κτυπούνε,

να μην ανοίξτε, κι ας είν’ ρημάδια όλα γύρω και απ’ ολούθε.

Δεν είναι,

είναι ψυχές π’ αρπάχτηκαν στο φως και προχωρούνε!

«Αόρατος πλεύση»

Κτυπούν!

Κι αυτός φλεγόμενος, καίγεται αργά

μέσα σε δίκοπα μαχαίρια.

Βγαίνει απ’ τη στάχτη, τον παλιό κήπο ξαναχτίζει.

Ξανακτυπούν,

η μεγάλη θάλασσα, ο ουρανός χρεμετίζουν.

Αόρατοι νεκροί, σηκώνουν τη βάρκα, ράβουνε τα πανιά,

θανάτου πέρα, τ’ άκαυτο δέντρο σηκώνουνε κατάρτι!

«Πριν το Ξημέρωμα»

(στο ψυχουλάκι)

… … … … … … … …

Σκιρτούσε μέσα του μεγάλα αινίγματα για να ανεβάσει

πριν καν πλεχτεί φωλιά και στοχαστούν αέρηδες.

Κάγκελα από Πατρικό ρίγος λευτερωμένος.

Αλλά γιατί; Η λευτεριά κι η φυλακή είμαστε ‘μείς;

… … … … …

Σκόνη μακαριστήν έκσταση να συδαυλίζεις.

Μα ποιο βλέμμα;

Πέρα απ’ τη γη, πέρα απ’ τη ζωή τον ουρανό χωρίζουν

… … … … …

Ίσκιων το σάλεμα τώρα πίσω!

Κι ότι κρατάς, σπρώχνουν ανθοί, όλον τον ύπνο.

Μα εκείνης τον λήθαργο, δεν αναζητάς κι ουδέ γνωρίζεις,

κι’ η σπηλιά, δάκρυα αιώνων, διαμάντια έχει δουλέψει.

Γνέφει απαλά, τη θεϊκή σαγήνη ζωντανεμένη.

Πριν το ξημέρωμα!

Πολύ πριν τα χλιμιντρίσματα των παλιών κραυγών τους

το πολυδύναμο φιλί να ενωθούνε.

«Προς τα ΄κει το Ταξίδι»

Ότι ζήσαμε, είναι κιόλας ταξιδεμένο,

μπροστά από σάλπιγγες αυγής,

σαν της αυλής το πρώτο χιόνι

πέρα από καιρούς και χρόνους παγεμένο.

Δέντρα και πουλιά, των προσκαίρων άστεγοι να οδηγούνε.

Περάσαμε να πιούμε το κρασί, στης γης τ’ αλώνι.

Κάτω από τις πέτρες η Αγορά

και μέσα εκεί, λουλούδια να ‘ναι το πρόσωπό σου.

Μας θάψανε τον ύπνο,

τα δάκρυά μας να ανεβούμε στους αιθέρες

και όλο νύχτα,

και μόνο δίψα Πατρώα,

μου άνοιξες, να βρούμε τα χαμένα περιστέρια!